Λεύκωμα στα ούρα: Πρωτεϊνουρία – Εκδήλωση συμπτωμάτων, Αίτια και Θεραπεία

Το λεύκωμα στα ούρα, πάθηση επίσης γνωστή ως πρωτεϊνουρία, χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση πρωτεϊνών στα ούρα. Οι πρωτεΐνες αποτελούν δομικούς λίθους για κάθε επιμέρους όργανο και σύστημα του σώματος, όπως οι μύες, στα οστά, τα μαλλιά και τα νύχια. Οι πρωτεΐνες του αίματος επιτελούν σημαντικές λειτουργίες, όπως η προστασία από λοιμώξεις, η πήξη του αίματος και η ρύθμιση των υγρών που κυκλοφορούν στο σώμα. Η βασικότερη πρωτεΐνη του αίματος είναι η λευκωματίνη.

Καθώς το αίμα περνά από τα νεφρά, τα δύο αυτά σημαντικά φίλτρα του οργανισμού μας απομακρύνουν υπολείμματα και συγκρατούν χρήσιμες ουσίες, όπως η λευκωματίνη και άλλες πρωτεΐνες. Οι περισσότερες πρωτεΐνες είναι πολύ μεγάλες σε μέγεθος κι έτσι δεν καταφέρνουν να διαπεράσουν τα νεφρά και να φτάσουν στα ούρα. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει διαρροή πρωτεϊνών εάν υπάρχει βλάβη στο σπείραμα του νεφρού.

Το λεύκωμα στα ούρα αποτελεί ένδειξη χρόνιας νεφροπάθειας, αποτέλεσμα διαβήτη, υπέρτασης ή παθήσεων που προκαλούν φλεγμονές στα νεφρά. Για το λόγο αυτό, πρέπει να εξετάζονται συστηματικά τα επίπεδα της λευκωματίνης στα ούρα.

Λεύκωμα στα ούρα: Πώς εκδηλώνεται;

Σε αρχικό στάδιο, το λεύκωμα στα ούρα δεν εκδηλώνεται με συγκεκριμένα συμπτώματα.

Εάν συσσωρεύονται στα ούρα μεγάλες ποσότητες πρωτεϊνών, αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τα ούρα να αφρίζουν. Παράλληλα, επειδή χάνονται ποσότητες πρωτεϊνών από τον οργανισμό, το αίμα δεν συγκρατεί πλέον αρκετά υγρά κι έτσι μπορεί να εκδηλωθεί οίδημα στα χέρια, τα πόδια, την κοιλιά ή το πρόσωπο. Αυτά είναι συμπτώματα της σημαντικής απώλειας πρωτεϊνών και υποδεικνύουν ότι το πρόβλημα στα νεφρά έχει προχωρήσει.

Οι εργαστηριακές εξετάσεις είναι ο μόνος τρόπος να διαπιστωθεί εάν τα επίπεδα της λευκωματίνης ξεπερνούν τα όρια του φυσιολογικού.

Λεύκωμα στα ούρα: Ποια αίτια οδηγούν στην πάθηση;

Τα πιο κοινά νεφρικά αίτια πρωτεινουρίας περιλαμβάνουν τις σπειραματοπάθειες (IgA νεφροπάθεια, εστιακή τμηματική σπειραματοσκλήρυνση, μεμβρανώδη σπειραματοπάθεια, μεμβρανουπερπλαστικές σπειραματονεφρίτιδες, νόσο ελαχίστων αλλοιώσεων κ.α.), τα συστηματικά νοσήματα με νεφρική προσβολή (σακχαρώδης διαβήτης, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκληρόδερμα, αγγειίτιδες, κ.α.), την πολυκυστική νεφρική νόσο, τα κληρονομούμενα νοσήματα (s. Alport, s. Fabry, νόσος λεπτής βασικής μεμβράνης) κ.α.

Λεύκωμα στα ούρα: Θεραπευτικές Προσεγγίσεις

Διατροφή

Αλλαγές στην διατροφή αλλά και του τρόπου ζωής (διακοπή καπνίσματος, απώλεια σωματικού βάρους κοκ.) βρίσκονται στην πρώτη γραμμή θεραπείας της πρωτεινουρίας. Δίαιτες χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και λευκώματα υψηλής βιολογικής αξίας, πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής αλέσεως, ωμέγα-3 λιπαρά οξέα προσφέρουν σημαντική προστασία μειώνοντας με επιτυχία την αρτηριακή πίεση αλλά και την ποσότητα λευκώματος στα ούρα. Επιπλέον, ο περιορισμός του νατρίου στην διατροφή επιτυγχάνει περεταίρω μείωση της πιέσεως και της λευκωματουρίας. Ως εκ τούτου, η πρόσληψη νατρίου πρέπει να περιορίζεται σε λιγότερο από 2,4 g/ημέρα (5 g/ημέρα άλατος) στα άτομα με νεφρική νόσο.

Φαρμακευτική Αγωγή

Εκτός από τις διαιτητικές παρεμβάσεις, η φαρμακευτική αντί-υπερτασική αγωγή μπορεί να επιβραδύνει περεταίρω την εξέλιξη της νεφρικής νόσου και της ποσότητας λευκώματος στα ούρα (λευκωματουρίας). Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να διατηρούν τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης χαμηλότερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (συστολική: 120-130 mmHg / διαστολική: 80-85 mmHg). Στόχος αυτής της παρέμβασης, εκτός από την πτώση της συστηματικής πίεσης, είναι και η μείωση της ενδοσπειραματικής πίεσης των νεφρών, ασκώντας έτσι μια διπλή νεφροπροστατευτική δράση. Ρόλο κλειδί στην προσέγγιση αυτή έχουν οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου (α-ΜΕΑ) και οι ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης II (ARBs).

Η ταυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων με μη διυδροπυρινικούς αναστολείς των διαύλων ασβεστίου μπορεί να αυξήσει επιπλέον το αντιλευκωματουρικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, οι διυδροπυρινικοί αναστολείς φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί σε λευκωματουρικές καταστάσεις. Πολύ συχνά θα χρειασθεί και διουρητική αγωγή προκειμένου να αντιμετωπισθούν η κατακράτηση υγρών και τα οιδήματα του ασθενή (λόγω της υπολευκωματιναιμίας).

Ωστόσο, ανάλογα με τα αποτελέσματα της βιοψίας νεφρού, του ανοσολογικού ελέγχου και της διάγνωσης που τείθετε, δεν είναι λίγες οι φορές που ειδικά σχήματα ανοσοκαταστολής (κυκλοφωσφαμίδη, κορτιζόνη, κυκλοσπορίνη, MMF, Rituximab κ.α.), πρέπει να λάβουν χώρα ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τον περιορισμό της λευκωματουρίας και της εξέλιξης της νεφρικής νόσου.